έκπτωτος.
Ο άγγελος μου. Πεσμένος καταγής. Πως βρέθηκες εσύ μεγάλε ενάρετε ανάμεσα μας; Εσύ που το πρόσωπο σου λαμποκοπά κατάλευκα σύννεφα. Ήρθες εδώ που είναι ο θάνατος σου. Γιατί άγγελοι δεν χωράνε στις δολοπλοκίες μας. Και είσαι εύκολο θήραμα για τα αγρίμια του ανθρώπινου γένους. Είσαι ανάμεσα μας τσακισμένος απ’ τα βασανιστήρια να αναπνέεις τα τοξικά χνώτα μας. Κορίτσι που μένεις στον δεύτερο όροφο εγκαταλελειμμένου που δεν έχει σκάλες και απ’ τις πολλές πτώσεις σου στην μοίρα σου, αυτήν απ’ το κάθυγρο δωμάτιό σου στο πεζοδρόμιο δεν την φοβάσαι. Ή συμμαθητές μας που ήταν διάφανοι πάνω απ’ τα θρανία και τώρα πια… με παραμορφωμένα πρόσωπα απ’ τα δηλητήρια που τους έδωσε η βιοτή.