σιντριβάνι.
Είχε μια ησυχία όπως όταν βγαίνεις καταμεσήμερο Δεκαπενταύγουστο στην Καλλιθέα στο ποτάμι και είσαι μόνος σου με το καύμα. Ή απ’ τις αϋπνίες σου ξυπνάς και πας στο 24ωρο Έβερεστ στην Σιβιτανίδου στις 25 του ίδιου μήνα, παίρνεις μια σαλάτα και είσαι μόνο εσύ έκθετος στον δρόμο. Ούτε ένας μαύρος επιβήτορας δεν περνάει για να τον λιμπιστείς. Και οι γάτες που νυχτόβιες και αλαφροπάτητες φαίνονται αλλά σαν να μην φαίνονται. Ή όπως τότε την μέρα που πέθανε ο πατέρας μου στο σπίτι και δεν υπήρχε τίποτα πιο ήσυχο απ’ το νεκρό του σώμα. Γαλήνιο.