διάκοσμος.
Τα εγκαταλελειμμένα σπίτια είναι πάντα στοιχειωμένα. Οι μνήμες των ζωών των διαδοχικών ενοίκων τους είναι εκεί μέσα σ’ αυτά φυλαγμένες και ακατάλυτες στον χρόνο. Καθώς μ’ έναν διασκελισμό απ’ το κατώφλι εισέρχεσαι στα ενδότερα τους είναι σαν να ακούς φωνές, μουσικές και ό,τι απομεινάρι -αντικείμενο ή κατασκευή ή διακόσμηση- είναι στολισμένο κάπου στα τετραγωνικά μέτρα του σπιτιού κινείται μ’ έναν αντιληπτό τρόπο και συνάμα αόρατο. Όταν είχα μπει σ’ αυτό το σπίτι με τα μπιχλιμπίδια που ήταν μπλεγμένα πάνω σε κάτι αραχνούφαντα κλαδιά ένιωσα πως μόλις είχε σταματήσει ένας χορός ανάμεσα στα κλαδιά και τον διάκοσμο. Κλεψιγαμίες απ’ τον φυσικό κόσμο στον υλικό. Μια ακατάπαυτη ροή μαγείας. Κι έπειτα ήταν εκείνο το αποτροπαϊκό σαν άνθος φτιαγμένο από κοχύλια και μύδια. Κοφτερό μου προκαλούσε τρόμο όπως η όψη μιας γοργόνας. Ποιανού νου αποκύημα που υλοποιήθηκε να ήταν αυτή εντελεχής σύλληψη.