μνήματα.

Νιώθω πως περπατώ σε μνήματα από ματαιωμένα όνειρα ανθρώπων. Όταν δεν είμαι καλά, και νιώθω απελπισία και θάνατο μέσα μου, βρίσκω ομορφιά μόνο στο άσχημο. Την τελευταία βόλτα στην πόλη είχα λέει πεθάνει για τα καλά, μέρες ήμουν νεκρός, το σώμα μου είχε πιάσει μούχλα και το σκαθάρι έπλεκε με βρωμιές τα νήματα του κουκούλι στο πτώμα μου. Αν είμαι σαν νεκρός, γραπωμένος στα οξύληκτα νύχια της οριακή διαταραχής, δεν δύναμαι να δώσω ομορφιά. Ξερνάω θάνατο και πεισιθάνατες γραφές. Ο δήμαρχος μ’ έθαψε γρήγορα σ’ ένα φέρετρο του κώλου, φτηνιάρικο, αυτοσχέδιο. Όπως αρμόζει στους περιθωριακούς. Μόνο ο αδερφός μου Παναγιώτης εδέησε να βάλει πάνω στο μνήμα δυο περιστέρια να φρουρούν το χθαμαλό μου τελευταίο σπιτικό σ’ αυτόν τον κόσμο. 

Με ενδιαφέρει η φωτογραφία