προσευχή.
Προσευχόταν ανάμεσα στα σκουπίδια και τα
σπασμένα οικοδομικά υλικά σε κάποια άγνωστη θεά να της φέρνει άντρες και
χρήματα. Σεξεργάτρια στη περιοχή του κέντρου Ομόνοια του Μεταξουργείου και του
Κεραμεικού. Την είχα δει δίπλα σε
νεκροζώντανους εξαρτημένους. Καθόταν με χείλη πρησμένα απ’ το υαλουρονικό και
ετοιμαζόταν για μια ακόμη βάρδια. Το
πάνω χείλος της ήταν τόσο πρησμένο. Σχεδόν
εφαπτόταν με την μύτη της. Δεν ξέρω
γιατί είχα πάει εκεί. Ήθελα να δω. Αλλά όχι σαν ο ανάλγητος επισκέπτης σε θεματικό πάρκο με ανθρώπους
ράκη. Ήμουν περίεργος να δω κι αυτή την πλευρά του σκότους, την άλλη απ’ την
δική μου μεριά μέσα σ’ αυτό. Κι αυτή αγωνιούσε για την επιβίωση της. Όπως όλοι
οι άνθρωποι ζούσε τις αγωνίες της, τους
έρωτες της, την σκληρότητα, την τρυφερότητα, την ποίηση και την απελπισία.