Εκάτη.
Ήταν φωσφόρος. Έφερε φως στα χέρια της.
Σκυλιά προπορεύονταν στα Επιφάνια της και γαβγίσματα ακουγόντουσαν απ’ τα ήρεμα
κατοικίδια των ανθρώπων στα μπαλκόνια. Το φως της δεν ήταν φως ημέρας. Ήταν φως
που οδηγούσε τις ψυχές μες στα σκοτάδια τους. Κρατούσε κλειδιά στα χέρια της
και άνοιγε όλα τα άβατα και όλα τα σταυροδρόμια και του τρεις κόσμους. Στεριά,
θάλασσα, ουρανός. Κάθε φορά που βρίσκεσαι στο ακροτελεύτιο βήμα στο έναν κόσμο,
εκείνη σε βοηθά να κάνεις το πρώτο στον επόμενο. Εκεί που πας να κατακρημνιστείς,
εκείνη σε φτερώνει με πτητικές δεξιότητες. Σου λέει να μην φοβάσαι την ψυχή σου
αλλά να είσαι εκεί σαν σε άσκηση διαλογισμού. Να παρατηρείς τον εαυτό σου της
ώρα που λυγάει. Να νιώθεις άνετα μέσα στους μικρούς σου θανάτους. Είναι αυτή που φωτίζει το σβήσιμό σου. Και σε
καθιστά ατρόμητο. Γιατί ενώ πριν απελπιζόσουν, τώρα βιώνεις και αντέχεις. Την
λένε Εκάτη, γέννημα του Πέρση και της Αστερίας.
Μερικά εκατομμύρια άνθρωποι την έχουν κάνει οδηγήτρα της ζωής τους. Και
το ανέσπερο φως της αρχαιότητας πνέει ξανά την θέρμη του σε μια μεγαλειώδη
αφύπνιση.