ξεφωτο.
Η ασφυξία μέσα στην πόλη, η ασφυξία στις
αϋπνίες σου, στα άγχη σου, στις διαδρομές σου. Να μην αναπαύεται το μάτι
πουθενά, να γδέρνεται πάνω στις τραχιές κακόσχημες πολυκατοικίες, να μην βλέπει
ωραίους ανθρώπους. Τίποτα όμορφο. Οι
άνθρωποι κατάλοιπα του Βυζαντίου να σε μετράνε και να θέλουν να σε φάνε. Τα
κτήρια σαν κεκλιμένα το ένα προς το άλλο να σε κάνουν να ασθμαίνεις, να
τρέχεις, να σταματάς δεκάδες φορές σε ισάριθμες μικρές ανακοπές. Όλα να έχουν
χτιστεί και κατοικηθεί έτσι ώστε να μην μπορείς να ονειρευτείς. Η πόλη είναι ο
πιο άγριος βρικόλακας που συνάντησες ποτέ.
Σου κάνει αφαίμαξη και σε αφήνει μετέωρο κρεμασμένο της στην μέση ενός ορίζοντα από οικοδομικά υλικά.
Η πόλη με κάνει φυγά της. Ανταμώματα παράξενα μου δίνει, όταν η απαντοχή να τα
βρω για το κλονισμένο μου μάτι έχει οριακά γλιτώσει. Τότε μου δίνει φως
αυτόφωτο. Όμορφο με συγκλονιστική ομορφιά. Ένα ξέφωτο με δάσος και απαλό φως
και νερό. Ας ξεκουραστούν σ’ αυτή την εικόνα όσοι έκαναν το τρεχαλητό σκοπό της
ζωής τους.