προίκα.
Η πόλη μοιάζει να μου δίνει, παλιός της
πια γνώριμος, πράγματα που ξέρει ότι μ’ αρέσουν. Ένα φτερό κονδυλοφόρο με την
μελάνη του. Ωραία δαχτυλίδια και
βραχιόλια. Θυμάμαι τότε που γελούσα με το πένθος, που ήθελα να γνωρίσω τον
θάνατο, μετεφηβικές ανησυχίες που ήταν παράξενοι έρωτες, ερωτοτροπίες αλλά ποτέ
οριστικά δοσίματα στις ιστορίες της νύχτας. Το 1994, πίσω στην Κω, απ’ την
στιγμή που είδα στο σινεμά την ταινία
του Νιλ Τζόρνταν Συνέντευξη μ’ έναν Βρικόλακα και πήρα παραμάζωμα και όλα τα
βιβλία της Ανν Ράις φαντασιωνόμουν ή και κατά περιόδους πίστευα βαθιά βυρωνικός
πως ήμουν και εγώ ένα βαμπίρ. Κι εκείνη η σκοτίδα που με κύκλωνε με τα μαύρα
ρούχα και τα επικά δαχτυλίδια μου και το διάφανο δέρμα της νιότης έμεινε
ανεξάλειπτη. Επανέρχεται και με συνεπαίρνει όταν βρίσκω στο δρόμο μου μέσα πια
στην Καλλιθέα ίχνη ζωών εκκεντρικών όπως είναι και η δική μου. Είναι κάτι πράγματα, όπως αυτά στις
φωτογραφίες, τόσο παράξενα που μόνο μες στην νύχτα μπορούν να στυλωθούν
περήφανα. Μέσα στην νύχτα και στην μοναξιά. Η μοναξιά είναι μια
παράσταση που την φτιάχνεις μόνος σου. Όχι γιατί οι άλλοι κατακρίνουν τα
ενδύματά σου και τα φερσίματά σου αλλά γιατί δεν μπορούν να έρθουν εγγύτερα στο
δυσνόητο λεξιλόγιο σου. Είναι κάποιες σπάνιες φορές που οι σπάνιοι άνθρωποι
έχουν μια γλώσσα ασύμπτωτη προς τις κοινές των κοινών ανθρώπων.