ο φυγάς.
Η τέχνη είναι ζωές που έμειναν αφηγήματα
αδιήγητα απ’ τις πιο θεσμικές μορφές του λόγου. Σε αυτή την σειρά με φωτογραφίες
είναι η θέληση κάποιου πιθανόν φυγά να ακουστεί. Η τέχνη είναι οι ακατάγραφες
φωνές που οπουδήποτε αλλού περισσεύουν.
Σαν μια φωνή λοιπόν αυτή η σειρά. Η φωνή
ενός παραβατικού. Ενός
φυγά που διανυκτέρευσε σε ετοιμόρροπο σπίτι κάπου στην γειτονιά μου κοντά στο
σπίτι μου. Όχι για μια μόνο νύχτα. Λήσταρχος σε σπηλιά. Ένας Φώτης Γιαγκούλας. Άφησε τα αποτυπώματα του και τα μηνύματα του.
Πετάς μπουκάλι με μήνυμα στην
θάλασσα ευελπιστώντας κάποιος να το δει. Συνθήματα σε τοίχους με μια λαχτάρα να διαβαστούν.
Σαν τα χνώτα μιας εκπνοής περιπαθούς να ανταμώσουν μ’ άλλα χνώτα. Η γραφή είναι
η μύχια βούλησή μας να επικοινωνούμε όλοι μεταξύ μας. Μια κρητική μαντινάδα,
που έγραψε και φωτογράφισα. Κυκλοφορώ κι
οπλοφορώ/τραβάω την σκανδάλη/ κι ό,τι κι αν τύχει και συμβεί/δεν σκύβω το
κεφάλι, Παντελής, Ζωνιανά Κρήτης. 24/7/24. Αυτό το σπίτι κατοικήθηκε από μια
εναγώνια ύπαρξη. Που με αυτό το σύνθημα με το περιεχόμενο σαν κώδικα τιμής για
λίγο στα δικά μου μάτια εξαγνίστηκε.
*
Όταν έφευγα απ’ αυτό το σπίτι, φορούσα μαύρα γκόθικ πολύ και κουκούλα
στο κεφάλι μου. Κάποιος κύριος με κοίταξε και στάθηκε και με παρατηρούσε που
έφευγα. Είχα σκεφτεί πως θα ξαναγυρνούσα για να φωτογραφίσω κι άλλα
πράγματα. Είδα στον τοίχο κι ένα δεύτερο
σύνθημα που μες στο σκοτάδι δεν παρατήρησα. Όταν ξαναγύρισα, η πόρτα του
σπιτιού ήταν σφραγισμένη με μια σανίδα και η αυλόπορτα κλειδωμένη. Έβγαλα μια
φωτογραφία με την σανιδωμένη πόρτα στο σπίτι καταφύγιο του λήσταρχου.