ομπρέλα μπούρκα.
Μια ομπρέλα που βρήκα κάτω, την πήγα στον
ήλιο να την φουσκώσει με φως. Να
φαίνεται η ομορφιά της. Και όσο την κρατούσα με τ’ ακροδάχτυλά μου στον δρόμο,
μικροβιοφοβικός, την μάζεψα από κάτι σκουπίδια, και ιδεοληπτικά έσκαγαν στην
σκέψη μου φόβοι πως έφερε πάνω της άγνωστα ανθεκτικά μικρόβια. Την
κρέμασα στα κάγκελα σ’ εκείνο το μικρό γήπεδο μπάσκετ στην οδό Ευαγγελιστρίας. Παλιότερα
μου άρεσε όταν έβρεχε και μπορούσα να κρύβω την τραυματισμένη μου όψη κάτω απ’
το κάλυμμα της ομπρέλας. Τον Χειμώνα
αυτό του 2025 δεν χάρηκα πολλές αυτές
τις μέρες μου με την ομπρέλα. Η εναλλακτική να φασκιώνομαι με το κασκόλ δεν μου
προσφέρει την ίδια αίσθηση ότι περνώ απαρατήρητος. Η ομπρέλα είναι η καλύτερη
μάσκα. Γιατί μπορεί να σε κοιτάζουν όλοι, κανείς όμως δεν σε αναγνωρίζει. Είναι
που νιώθω από γεννησιμιού μου ένοχος. Και να με κοιτάζει ο αντικρινός μου
σημαίνει πως με κρίνει. Και τελεσιδικεί πως είμαι αξιοκατάκριτος. Ας βρέξει λίγο, με
κούρασαν τα παγωμένα βλέμματα των ξένων.
Και θέλω να χουχουλιάσω μέσα σ’ αυτή την αίσθηση αορατότητας που μου
προσφέρει η πάντοτε υπέρκομψη ομπρέλα.